Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Μαραζώνουν οι ελπίδες για ειρήνη και παλαιστινιακό κράτος

Ο Kerry και η τελευταία πνοή της λύσης των δύο κρατών


Ο John Kerry, ο Αμερικανός υπουργός εξωτερικών (φωτό), επέλεξε να σηματοδοτήσει το τέλος της μακράς δημόσιας καριέρας του, με μια αποχαιρετιστήρια ομιλία του στις 28 Δεκεμβρίου, αφιερωμένη στην ισραηλινο-παλαιστινιακή διένεξη.

Μόλις τρεις εβδομάδες πριν την παραίτησή του ως οφείλει, ήρθε η παραδοχή από τον ανώτερο διπλωμάτη της Αμερικής, όπως και τόσων πριν από αυτόν, ότι απέτυχε να προσφέρει οποιαδήποτε αισθητή συμβολή στον τερματισμό αυτής της ανένδοτης διένεξης.
Η ομιλία ήταν ουσιαστικά μια ανάλυση των πολιτικών της σημερινής ισραηλινής κυβέρνησης στην οποία ο κ. Kerry περιέγραψε ως «την πιο δεξιά στην ιστορία του Ισραήλ, με μια ατζέντα που καθορίζεται από τα πιο ακραία στοιχεία». Αμφισβήτησε την επιθυμία του Ισραήλ για ειρήνη με τους Παλαιστίνιους, με δεδομένη την αμείλικτη επέκταση των εβραϊκών οικισμών στα κατεχόμενα από το Ισραήλ εδάφη από το 1967. «Μήπως θέλει πραγματικά μια εντατικοποίηση των συγκρούσεων στην Δυτική Όχθη;» ρώτησε ο κ. Kerry. «Πώς θα βοηθήσει αυτό την Ισραηλινή ασφάλεια; Σε τι θα βοηθήσει αυτό την περιοχή;»
Ο εκλεγμένος πρόεδρος Donald Trump και πολλοί από τους υποστηρικτές του Ισραήλ στην Αμερική, και όχι μόνο, τον επέκριναν. Εντυπωσιασμένος ένας εκπρόσωπος της Βρετανίδας Πρωθυπουργού Theresa May δήλωσε, ότι ήταν ανάρμοστο για τον κ. Kerry, να επικρίνει την χάραξη πολιτικής της ισραηλινής κυβέρνησης.
Η 72λεπτη ομιλία του κ. Kerry σχετίστηκε σε μεγάλο βαθμό με την μεγάλη του αγάπη και το δέσιμο προς το Ισραήλ, που χρονολογείται από την πρώτη του επίσκεψη εκεί ως νέος γερουσιαστής το 1986. Αλλά μίλησε και για την απογοήτευσή του, όπως και πολλοί που επιθυμούν το καλύτερο για το Ισραήλ, και έχουν αποδειχθεί ανίκανοι να το μετακινήσουν από αυτό που διαβλέπουν ως καταστροφική πορεία.
Τα σχόλιά του ήρθαν πέντε μέρες μετά την άρνηση της Αμερικής να μπλοκάρει ένα ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, που καταδικάζει το Ισραήλ, επιβεβαιώνοντας την άποψη ότι η δημιουργία οικισμών στα κατεχόμενα εδάφη «δεν έχει καμία νομική ισχύ και αποτελεί κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου και σημαντικό εμπόδιο για την επίτευξη της λύσης των δύο κρατών και μιας δίκαιης, διαρκούς και συνολικής ειρήνης». Το ψήφισμα πέρασε 14-0.
Για την κυβέρνηση του Binyamin Netanyahu, του πρωθυπουργού, ήταν μια ασυγχώρητη πράξη προδοσίας της κυβέρνησης Obama. Ακόμα κι αν το κείμενο ήταν σύμφωνο με την μακροχρόνια αμερικανική πολιτική που αναφέρει τους εποικισμούς ως παράνομους και εμπόδιο για την ειρήνη, μια «ανώτερη πηγή» του γραφείου του κ. Netanyahu, κατά πάσα πιθανότητα ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, σύμφωνα με πληροφορίες, κατήγγειλε τους κ.κ. Obama και Kerry ότι βρίσκονταν «πίσω από την επαίσχυντη κίνηση εναντίον του Ισραήλ» και για «κρυφά μαγειρέματα» με τους Παλαιστινίους. Ήταν, είπε η πηγή, «η εγκατάλειψη του Ισραήλ», αν και η κυβέρνηση Obama είχε μόλις πριν από τρεις μήνες υπογράψει ένα πακέτο ρεκόρ στρατιωτικής βοήθειας 38 δις δολαρίων προς το Ισραήλ.
Ωστόσο, αυτό μέτρησε για λίγο. Σε ό,τι αφορά την ισραηλινή κυβέρνηση, όσο πιο σύντομα φτάσει ο Donald Trump στον Λευκό Οίκο, τόσο το καλύτερο. Τουλάχιστον στο Twitter, τα συναισθήματα ήταν αμοιβαία. «Κράτα Ισραήλ, η 20η Γενάρη πλησιάζει γρήγορα», τουΐταρε ο Trump ακόμα πριν ο κ. Kerry παρουσιάσει τις θέσεις του. «Σας ευχαριστώ για την θερμή φιλία σας και την σαφή υποστήριξή σας στο Ισραήλ!» ήταν το άμεσο απαντητικό τιτίβισμα του Netanyahu.
Εν τω μεταξύ η παλαιστινιακή ηγεσία εξέφρασε την ικανοποίησή της αλλά και επιφυλακτικότητα. «Γιορτάζουμε το ψήφισμα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι λύθηκε το Παλαιστινιακό ζήτημα», δήλωσε ο πρόεδρος Mahmoud Abbas.
Ο κ. Kerry περιέγραψε έξι αρχές μιας μελλοντικής συμφωνίας μεταξύ των Ισραηλινών και των Παλαιστινίων. Είναι λίγο διαφορετικές από τις «παραμέτρους του Clinton», οι οποίες ορίζονταν επίσης από μία κουτσουρεμένη αντιπροσωπία πριν από 16 χρόνια, και θα φέρει σημαντικά μικρότερο βάρος, ιδιαίτερα με τον κ. Trump. Στα χρόνια που μεσολάβησαν, ο αριθμός των Εβραίων εποίκων που ζουν στα κατεχόμενα εδάφη, συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Ιερουσαλήμ έχει αυξηθεί από κάτι παραπάνω από 200.000 σε περίπου 600.000.
Ο κ. Netanyahu συνεχίζει να λέει ότι τάσσεται υπέρ μιας λύσης των δύο κρατών και κατηγορεί την παλαιστινιακή ηγεσία για την άρνησή της να διαπραγματευτεί άνευ όρων με το Ισραήλ. Τώρα, πολλά μέλη του υπουργικού συμβουλίου και μέλη του δικού του κόμματος Likud αντιτάσσονται στην δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους και θέλουν αντί αυτού να προσαρτήσουν τα τμήματα της Δυτικής Όχθης, όπου μένουν οι περισσότεροι έποικοι (Η Ανατολική Ιερουσαλήμ προσαρτήθηκε στο Ισραήλ αμέσως μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967). Συγκρατήθηκαν εν μέρει από τις ανησυχίες ότι πράττοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα μπορούσε να μετατρέψουν τη διεθνή κοινή γνώμη εναντίον του εβραϊκού κράτους και να το οδηγήσουν σε ρήξη με τους κύριους διπλωματικούς και στρατιωτικούς συμμάχους του, με κυριότερο την Αμερική. Αλλά η προσδοκία ότι οι συνθήκες με τον κ. Trump θα είναι διαφορετικές, οδηγεί ήδη σε νέα εποικιστικά σχέδια στην Ανατολική Ιερουσαλήμ και την Δυτική Όχθη, καθώς και σε ένα νέο νομοσχέδιο που θα νομιμοποιήσει το καθεστώς των οικισμών που έχουν χτιστεί σε ιδιόκτητη παλαιστινιακή γη κατά παράβαση του Ισραηλινού (και όχι του διεθνούς) δικαίου. 
Ο κ. Netanyahu φαίνεται να πιστεύει ότι μπορεί να αγνοήσει την κυβέρνηση Obama, καθώς και άλλους συμμάχους, και αντίθετα στηρίζεται στις προσωπικές του σχέσεις με τον κ. Trump και τον Πρόεδρο της Ρωσίας, Vladimir Putin, για να εξασφαλίσει το μέλλον του Ισραήλ. Σε ό,τι αφορά τη δύσκολη σχέση του με τον κ. Obama αποτελεί πλέον κάτι παραπάνω από κακή ανάμνηση. Αλλά θα τζόγαρε το μέλλον του Ισραήλ αν έμπαινε στον πειρασμό να προσαρτήσει τμήματα της Δυτικής Όχθης, ή εάν ωθούνταν σ’ αυτό από ακροδεξιούς της κυβέρνησής του.
Αν και η ομιλία του κ. Kerry είχε περισσότερο διπλωματική χροιά, εξακολουθεί να εγείρει σημαντικά ερωτήματα για το μέλλον τόσο του ισραηλινού κράτους και των Παλαιστινίων που θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν και μετά την αποχώρησή του. Καθώς ετοιμάζεται να σηματοδοτηθεί μισός αιώνας στρατιωτικού ελέγχου στα κατεχόμενα εδάφη τον επόμενο χρόνο, θα είναι το Ισραήλ σε θέση να επιφυλάξει στον εαυτό του μια αληθινή δημοκρατία εάν δεν δείξει κανένα σημάδι παραχώρησης είτε ως κράτος, είτε πλήρως δημοκρατικά και πολιτικά δικαιώματα μέσα στο Ισραήλ, στα τρία εκατομμύρια Παλαιστίνιους στη Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ; Και θα μπορεί ο έξω κόσμος να διατηρήσει τη διπλωματική ορθοδοξία της λύσης των δύο κρατών με μια ισραηλινή κυβέρνηση που προτίθεται να επεκτείνει τους εποικισμούς;
Για πολλούς, η δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους δίπλα στο Ισραήλ φαίνεται να προσφέρει την καλύτερη ευκαιρία για μια διαρκή ειρήνη μεταξύ του Ισραήλ και των Παλαιστινίων. Ωστόσο, κάθε μέρα που περνά κάτω από τον στρατιωτικό ζυγό, και κάθε νέο βήμα για την επέκταση των οικισμών, αφήνει ακόμα κλειστή τη πόρτα που θα οδηγήσει σε μια τέτοια συμφωνία. 

Πηγή: economist.com
Μετάφραση: ΑΖ



Συνδεθείτε στη σελίδα μας στο Facebook

Οι απόψεις του ιστολογίου δεν συμπίπτουν απαραίτητα με το περιεχόμενο του άρθρου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Gallery

Επικοινωνήστε μαζί μας:

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...